04 June 2007

Μπροστά στο Νόμο.



Σαν χθές πέθανε ο Franz Kafka.
Θυμάμαι το πρώτο έργο του που διάβασα, ήταν "η δίκη" και διαβάζοντάς το, ένιωσα ότι έφαγα μια μπουνιά στο πρόσωπο.
Τελικά ,μάλλον, ο Πύργος μου αρέσει ακόμα περισσότερο.
Το παρακάτω απόσπασμα , (η παραβολή του Ιερέα) από την Δίκη, είναι μνημειώδες,
χάνει όμως πολύ από την ατμόσφαιρά του όντας out of context όταν διαβάζεται μόνο του.
Εχουν προταθεί πολλές ερμηνίες για τα γραπτά του Κάφκα, οι περισσότερες διαθέτουν κάποια
αλήθεια, όμως νομίζω ότι ο Κάφκα πρέπει να διαβάζεται με απόλυτη και ανευ όρων παράδοση στην ιστορία που διηγείται και χωρίς τον περιορισμό των όποιων ερμηνιών.


"Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός
και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα
να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει
αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Μα η πύλη είναι ανοιχτή
όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοι-
τάξει μέσα από την πύλη. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελάει και λέ-
ει: «Αν τόσο σε σκανδαλίζει η πύλη, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απα-
γόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο έσχατος απ' όλους
τους θυρωρούς. Από αίθουσα σε αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυ-
νατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου ούτ' εγώ καλά-καλά μπορώ να την αντέ-
ξω». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να
'ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέφτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προ-
σεχτικά τον θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, με τη μεγάλη σουβλε-
ρή του μύτη, με τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει πως
είναι καλύτερα να περιμένει μέχρι να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του
δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πύλη. Εκεί δα κάθεται μέ-
ρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει και κου-
ράζει τον θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός τού κάνει συχνά μικρές ερω-
τήσεις, τον ρωτάει για τον τόπο του και για πολλά άλλα. Μα οι ερωτήσεις του εί-
ναι αδιάφορες, όπως αυτές που κάνουν οι μεγαλοκύριοι και στο τέλος του λέει
πάντα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν κα-
λά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξοδεύει όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε,
για να εξαγοράσει τον θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται βέβαια όλα κι έπειτα λέει: «Τα
δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις πως παράλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα
πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό αδιάκοπα. Απολησμονάει τους
άλλους θυρωρούς κι αυτός ο πρώτος τού φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να
μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή του τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρα-
τημό και δυνατά, αργότερα, όσο γερνάει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να ξεμω-
ραίνεται και, μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους
του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν'
αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, εξασθενίζει το φως του και δεν ξέρει αν
γύρω του στ’ αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μοναχά τα μάτια του τον απατούν. Ωστό-
σο, τώρα διακρίνει μέσα στο σκοτάδι μια λάμψη, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα
από του νόμου την πύλη. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμί-
γουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ερώτημα, που ποτέ ως τα τώρα δεν είχε
βάλει στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν' ανασηκώσει το ξυλιασμένο
κορμί του. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί ο άνθρωπος έχει
πολύ μαζέψει. «Τι θες ακόμα να μάθεις;» ρωτάει ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος...».
«Όλοι αγωνίζονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς γίνεται να μην έχει ζητή-
σει όλα αυτά τα χρόνια κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;» Ο θυρωρός νιώ-
θει πως ο άνθρωπος είναι πια στο τέλος του κι επειδή χάνεται η ακοή του, φωνά-
ζει στ’ αυτί του μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του για να τον ακούσει: «Κανένας
άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορι-
σμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω"

F. Kafka απόσπασμα από τη Δίκη.

3 comments:

Φράνσις said...

Δεν μπορώ να σχολιάσω κατι εδώ γιατι το μυαλό μου σήμερα είναι πουρές. Αλλα όταν διαβαζα τη Δικη ένιωθα σαν την κατσαριδα που δεν ξερει αν είναι ο πλασιέ έχων συνείδηση ότι είναι πλέον κατσαρίδα, ή η κατσαρίδα με ανθρώπινη συνείδηση, που δεν μπορέι να δεχτεί τον εαυτο της, παγιδευμενη σε ιστο αορατο.. Θελω να πιστευω πως δεν ισχύει το γνωστό: Το Δίκαιο είναι ένα δίχτυ, οι ισχυροί το συνθλίβουν και οι αδύναμοι πιάνονται σ'αυτό.... Γιατι αλλιώς χαθηκαμε. Κυριολεκτικά.
χαίρετε!

Σπύρος Σεραφείμ said...

εσχάτως, συναντάω πολλούς τέτοιους "θυρωρούς"...

diva said...

Αντιγράφω από την "Δυνητική Πραγματικότητα" του Pierre Levy:

"..Τέτοιο είναι το έργο της ανάγνωσης: ξεκινώντας από μια γραμμικότητα ή μια αρχική ρηχότητα, αυτό το κομμάτιασμα, το τσαλάκωμα, το στρίψιμο, το ξαναράψιμο του κειμένου διανοίγει ένα ζωντανό τόπο όπου μπορεί να αναπτύσσεται το νόημα. Ο χώρος του νοήματος δεν προϋπάρχει της ανάγνωσης. Την ώρα που τον διατρέχουμε, που τον χαρτογραφούμε, ταυτόχρονα τον κατασκευάζουμε, τον καθιστούμε εν ενεργεία υπαρκτό"

Νομίζω κάθε μια από τις φορές που άντεξα να διαβάσω το απόσπασμα που παρέθεσες , έδωσα και άλλο νόημα:-)